Τα ομόλογα είναι μια μορφή δανεισμού.
Εκδίδονται από κράτη ή εταιρείες με σκοπό να συγκεντρώσουν κεφάλαια για να καλύψουν τις δαπάνες τους ή τα επενδυτικά σχέδιά τους. Ο εκδότης ενός ομόλογου έχει αντίστοιχο ρόλο με αυτόν του οφειλέτη ενός δανείου, ενώ ο κάτοχος ενός ομολόγου αντίστοιχο με αυτόν ενός δανειστή. Ωστόσο, το ομόλογο διαφέρει από ένα δάνειο, καθώς διαμορφώνεται από τις διακυμάνσεις στην προσφορά και τη ζήτηση της αγοράς και όχι μέσα από τραπεζική διαμεσολάβηση.
Τα ομόλογα εκδίδονται για συγκεκριμένο χρονικό διάστημα μεγαλύτερο από 1 έτος και έχουν συγκεκριμένη αξία έκδοσης. Η αξία αυτή, ή αλλιώς ονομαστική αξία, είναι ίση με το ποσό που δανείζεται ο εκδότης. Αυτό είναι και το ποσό που λαμβάνει ο επενδυτής στη λήξη του ομολόγου. Αν ο επενδυτής επιλέξει να πουλήσει το ομόλογο πριν τη λήξη του, τότε λαμβάνει την τρέχουσα αξία του ομολόγου, όπως έχει διαμορφωθεί στην αγορά.
Ανάλογα με τον τύπο και τους όρους έκδοσης του ομολόγου, συνήθως προβλέπεται η καταβολή τόκων (τοκομερίδια) σε τακτά χρονικά διαστήματα. Γι’ αυτό και τα ομόλογα είναι γνωστά και ως τίτλοι σταθερού εισοδήματος.